DELIVERY του Νίκου Παναγιωτόπουλου

 

Ένας άστεγος και αμίλητος άγνωστος σε μια πόλη :

Χωρίς χαμόγελο, χιούμορ, χαρούμενη διάθεση.

 

 

Στην ταινία αυτή του Νίκου Παναγιωτόπουλου πρωταγωνιστεί η πόλη. Το δραματικό, ανελέητο, μέχρι και τραγικό πρόσωπό της. Κανένα πρόσχημα δεν προβάλλει που θα διέκοπτε, έστω και για λίγο, τον πρωταγωνιστικό της ρόλο. Τον κύριο και μοναδικό ρόλο διαδραματίζει η εικόνα της πόλης εξωτερικά, σε μια αμείλικτη διαδοχή σκηνών του έξω. Ένα αδιάσπαστο έξω, που γίνεται καταθλιπτικό καθώς επιβάλλεται αδιάκοπα. Και μάλιστα, συχνά μεταφέρεται για να επενδύσει και χώρους που θα μπορούσαμε να τους θεωρήσουμε ως εσωτερικούς. Οι χώροι αυτοί μπορεί μεν να έχουν, σε μερικές περιπτώσεις, λειτουργίες εσωτερικού αλλά απογυμνώνονται για να συμβάλουν στην αδιάσπαστη συνέχεια του έξω.

 

Ο κινηματογραφικός φακός «γλείφει» γωνιά-γωνιά όλο το χώρο της πόλης σε όλα τα σημεία στα οποία κυκλοφορεί ο ήρωας, σέρνοντας και στη μέσα μεριά τους κώδικες του έξω ή, το χειρότερο, ανατρέποντάς τους για να καταστήσει δραματικά εσωτερικό αυτό το έξω. Να θυμηθούμε για παράδειγμα το κοινόχρηστο ημιυπόγειο στο οποίο διανυκτερεύει ο ήρωας, που προφανώς είναι μεν μέσα σε κτίριο, αλλά δεν αποτελεί «σπίτι» και πραγματικό «εσωτερικό». Εξάλλου, για το διανομέα πίτσας που είναι ο ήρωας, δεν υπάρχει ούτε και κάποιο εργασιακό «μέσα», κάποιο εσωτερικό. Περιμένει βέβαια «μέσα» στην πιτσαρία «Βεζούβιος» να του δοθεί η παραγγελία, αλλά σκοπός του είναι να κατευθυνθεί, στη συνέχεια, όσο γίνεται πιο γρήγορα, προς την αντίστοιχη διεύθυνση παράδοσης της πίτσας. Σε μια περίπτωση διανομής, φτάνοντας στη λαϊκή πολυκατοικία για να παραδώσει την παραγγελία, αντιλαμβάνεται ότι το ζευγάρι που έχει κάνει την παραγγελία καυγαδίζει άγρια έχοντας φτάσει στο μεγάλο κοινόχρηστο φωταγωγό. Τους ακούει και αποφασίζει να φύγει χωρίς να παραδώσει την πίτσα, οπότε δεν φτάνει ούτε καν στην πόρτα που θα του επέτρεπε να γευθεί τη θέα κάποιου «ευτυχισμένου» εσωτερικού.

 

 

Σε μια άλλη περίπτωση «παράδοσης» (μην ξεχνάμε πως delivery σημαίνει παράδοση, παράδοση εμπορεύματος), το πιθανό «μέσα», το αναμενόμενο εσωτερικό, δεν είναι παρά μια παγίδα, κάπου έξω, στην οποία πέφτει ο ήρωάς μας. Τον ξυλοκοπούν και του κλέβουν το μηχανάκι. Αλήθεια τι έκανε εδώ το σενάριο; Αντιγράφει την ιδέα του «Κλέφτη ποδηλάτων» του Luigi Bartolini όπως τον γνωρίσαμε στην κινηματογραφική μεταφορά από τον Βιτόριο Ντε Σίκα; Όχι βέβαια. Πρόκειται σαφέστατα για ένα «διακειμενικό» παραλληλισμό, για μια αναμνηστική αναφορά στην περίφημη «άσκηση» πολεογραφικής κινηματογραφίας, μέσα στους δρόμους της μεταπολεμικής Ρώμης, που  είχε παλιότερα εκτελέσει ο Ντε Σίκα μαζί με συνεργάτες του. Άλλωστε το «δίκυκλο» είτε ως ποδήλατο, είτε –αναβαθμισμένα!– ως μηχανάκι είναι πάντα ένα υποψήφιο αντικείμενο κλοπής.  

 

Στην πραγματικότητα η Delivery αποτελεί μια ταινία της ανελέητης γεωγραφίας της πόλης του  άστεγου. Μιας γεωγραφίας που θα μπορούσε βέβαια να οδηγήσει σε μια πολεογραφική ισορροπία, μέσα από την ανάγνωση της ποικιλίας και τους χρόνους της πλοκής και της εξέλιξης. Όμως η ισορροπία αυτή δεν απαντιέται πουθενά, αφού οι συνέχειες του εξωτερικού δεν επιτρέπουν κάτι τέτοιο. Είναι μια απεικόνιση της πόλης του άστεγου και μόνον αυτού. Για το λόγο αυτό άλλωστε δίνεται μια γεωμετρικά ακριβής και υπεύθυνη εικόνα χωρίς καμιά γλυκερή παραχώρηση. Στην ταινία, η δραματική έλικα της αναπαράστασης του χώρου της πόλης όλο και διευρύνεται, σαρώνοντας καινούρια εξωτερικά. Αλλά μόνο τέτοια. Ή, εν ανάγκη, τα παράγει επί τόπου, «εξωτερικεύοντας» ό,τι θα μπορούσε να είναι εσωτερικό. Η ανενόχλητη πώληση νερού σε μπουκάλια, που γίνεται στο νεκροταφείο, κατά τη διάρκεια μιας κηδείας,  ακολουθείται από σύγκρουση για μια καλύτερη «θέση» εργασίας, που παρακολουθούμε σε κάποια φανάρια. Ο προκάτοχος δεν είναι διατεθειμένος να την παραχωρήσει. Οι σκληροί νόμοι της χωροθέτησης των επιχειρήσεων που ισχύουν αλλού, ισχύουν και εδώ.

 

Η ταινία αυτή δεν παρουσιάζει μόνο την πόλη του άστεγου αλλά και την πόλη του άγλωσσου κατοίκου της ελληνικής πρωτεύουσας. Αν ο αμίλητος ήρωας ανήκει σε μια μειοψηφία σιωπηλών, άτολμων και απελπισμένων ανθρώπων, εκφράζει ταυτόχρονα και τη σιωπηλή και αδιάφορη πλειοψηφία του πληθυσμού αυτής της πόλης. Εκπροσωπεί όλους τους πάντα αγνώστους πλησίον μας, στην πολυκατοικία, στη στάση του λεωφορείου, στο στενό πεζοδρόμιο της συνοικίας, όπου αντιπαρερχόμαστε αλλήλους, αποστρέφοντας το πρόσωπο σχεδόν περιφρονητικά ή τουλάχιστο με ουδέτερο βλοσυρό ύφος. Το ύφος που ταιριάζει στον άγνωστο. Άστεγος, άγλωσσος και άγνωστος ο ήρωας της ταινίας του Παναγιωτόπουλου ζει στην ανελέητη ελληνική πρωτεύουσα που δεν χαρίζει χαμόγελο, που δεν «πιάνει» το χιούμορ, που υποπτεύεται την χαρούμενη διάθεση. Μια πόλη : Χωρίς χαμόγελο, χιούμορ, χαρούμενη διάθεση.

 

Στο βιογραφικό του ήρωα υπάρχουν όμως και κάποια πραγματικά εσωτερικά. Κάπου-κάπου και κάποια στέγη. Σε μια περίπτωση φαίνεται πως στέγη είναι ο υπεραστικός σταθμός του Κτελ Μαγνησίας. Με λεωφορείο του έφτασε στην «πόλη» ο ήρωας. Η άλλη στέγη είναι μια κινηματογραφική αίθουσα στην οποία αυτός μπαίνει. Ο σταθμός λειτουργεί σαν ομφάλιος λώρος που συνδέει με το παρελθόν εκείνο που θα βόηθησε στην κυοφορία των ονείρων για μια καλύτερη ζωή στην πόλη. Η αίθουσα του κινηματογράφου μπορεί και να είναι το υποκατάστατο μιας μητρικής ή ερωτικής αγκαλιάς. Η σχέση πάντως του ήρωα με μια κοπέλα που δουλεύει και αυτή στην πιτσαρία δεν οδηγεί σε μια στέγη, μολονότι η σχέση τους γίνεται αρκετά στενή.

 

Να πούμε εδώ πως και η κοπέλα έχει έλθει στην Αθήνα από κάποια άλλη πόλη. Ακούμε το όνομά της: <i>Ξάνθη</i>. Πολύ συχνά ο ελληνικός κινηματογράφος ονοματίζει, χωρίς να δείχνει, τις άλλες ελληνικές πόλεις. Ίσως μάλιστα το όνομα της κάθε ελληνικής πόλης έχει στο υποσυνείδητο του έλληνα θεατή κάποιον κωδικό που παραπέμπει σε στοιχεία π.χ. βαθιάς επαρχιακότητας, χαρακτηριστικής απομάκρυνσης, επώνυμου γεωργικού προϊόντος. Και σε κάθε περίπτωση, για τον Αθηναίο ή τον πολιτισμικά εξαθηναϊσμένο θεατή του ελληνικού κινηματογράφου, οι ελληνικές πόλεις ως ονόματα, εισάγουν σύμβολα του «άλλου» και του «κατ’ εξαίρεση». Η Ξάνθη παρουσιάζεται στην ταινία ονομαστικά ως κάποια γεωργική και εμπορική αναφορά και, πάντως,  λιγότερο ως αποκλίνουσα κοινωνική και οικονομική κατάσταση. Θα την βλέπαμε, μάλλον, να λειτουργεί σαν πρόχειρο σύμβολο της άλλης –εκτός Κέντρου– Ελλάδας.

 

Παρουσιάζοντας πολεογραφικά-γεωγραφικά την ταινία θα πρέπει να υπενθυμίσουμε τη χαρακτηριστική χαρτογραφική αναφορά που γίνεται σε αυτή. Πραγματικά, ο ήρωας της ταινίας εκπαιδεύεται πολεογραφικά μελετώντας το χάρτη της Αθήνας. Διαβάζει έναν-έναν τους δρόμους του κέντρου προσπαθώντας να απομνημονεύσει τη θέση τους και το όνομά τους. Πρόκειται άλλωστε για σπουδή θανάτου. Σε έναν από αυτούς τους δρόμους ο ήρωας θα βρει το θάνατο. Έξω, στην πόλη. Όπως και ο ήρωας του Τριφό που ξεψυχάει, ας θυμηθούμε, αφού έζησε τους δρόμους του Παρισιού «με κομμένη την ανάσα». Μια ακόμα διακειμενική αναφορά; Ίσως. Πολύ περισσότερο όμως μια προσπάθεια ταξινόμησης της τυπολογίας της ζωής του δρόμου της πόλης.

 

Ερμηνεία: Θάνος Σάμαρης, Αλεξία Καλτσίκη, Ερρίκος Λίτσης.

Σενάριο: Νίκος Παναγιωτόπουλος, Μισέλ Φάις.

 

 

 

 

 


[GEANDER'S HOME PAGE] |
[ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ] | [ΕΙΔΟΣ ΘΕΜΑΤΩΝ] | [ΕΥΡΕΤΗΡΙΑ] | [ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ]

© Copyright 2012 Ioannis Rentzos All rights reserved.