[Ο Κάρλ Σάντμπεργκ (από γονείς σουηδικής καταγωγής, Ι878-1967) ήταν ο πιο πολύ πλατειά διαβασμένος και γνωστός από τους ποιητές της γενιάς του. Νέος δούλεψε εργάτης, πωλητής καί ρεπόρτερ σε εφημερίδες για να μπορέσει να ζήσει. Τα έργα του, που καλύπτουν ευρύ λογοτεχνικό φάσμα. Από την εξάτομη μνημειώδη βιογραφία του Αβραάμ Λίνκολν έως τα «'Απαντα» των ποιημάτων του -τιμημένα με βραβείο Πούλιτζερ. Ο Σάντμπεργκ προσεγγίζει τη μεσοδυτική Αμερική και την κοινωνική πραγματικότητα μέσα από δημοκρατικά, πατριωτικά και σοσιαλιστικά ιδέωδη. Πρωταγωνιστές στο έργο του είναι οι ταπεινοί εργαζόμενοι της υπαίθρου, του εργοστασίου, της μεγαλούπολης. Το παρακάτω ποίημα -ένα από τα πρώτα του- που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Poetry το 1914 , δίνει κατά τη γνώμη πολλών ειδικών την πεμπτουσία της μεγαλύτερης πόλης της μεσοδυτικής Αμερικής.]

ΤΟ "ΣΙΚΑΓΟ" ΤΟΥ ΣΑΝΤΜΠΕΡΓΚ

Χασάπη τού Κόσμου,
Εργαλειομάστορα και σιτοκουβαλητή!
Παίχτη των Τραίνων και των Φορτίων του 'Εθνους Χειριστή,
Σικάγο, ορμητικό, γεροδεμένο και βουερό,
Πόλη με τους φαρδειούς ώμους:

Μού λένε πώς είσαι πόλη αμαρτωλή και τους πιστεύω γιατ’ έχω δει
           τις γυναίκες σου βαμμένες, χωριατόπουλα να πλανεύουν στα φανάρια του δρόμου κάτω 'κει.
Μου λένε πώς είσαι διεφθαρμένο και απαντώ: Ναι, άλήθεια είναι,
           γιατι τον πιστολά να σκοτώνει είδα κι ελεύθερο να τον αφήνουν πάλι να σκοτώσει.
Μου λέν πως είσαι βάναυσο και να η απάντησή μου: Στων γυναικών τα πρόσωπα
           και των παιδιών τα μάτια πείνας αβάσταχτης σημάδια είδα.
Αυτά καθώς τους λέω πάλι γυρνώ, σ’όσους την πόλη μου καταφρονούν,
και πάνω τους γυρνά αυτή η καταφρόνια, για να τους πω:
Βρείτε μου μια πόλη άλλη με ψηλά το κεφάλι να τραγουδά περήφανη
           που να 'ναι τόσο ζωντανή και δυνατή, τραχειά και πολυμήχανη.
'Οπου καθηλώνουν οι βρισιές και ποταμός ο ίδρωτας κυλάει, ορθώνεται στον κάμπο
           τρισθεώρατη και άλλα μικρά και μαλακά άστεα κοιτάει.
'Αγρια σαν το σκυλί με κρεμασμένη γλώσσα, για δράση διψασμένη, σαν άγριο ζώο πονηρή
           στην αγριάδα ενάντια βρίσκεσαι στητή,
                                 ξεσκούφωτη,
                                 φτυαρίζεις,
                                 γκρεμίζεις,
                                 σχεδιάζεις,
                                 χτίζεις, ρίχνεις και ξαναχτίζεις.
Μές τους καπνούς με σκόνη ολόγυρα απ’ το στόμα, με κάτασπρα τα δόντια σου γελάς.
Κάτω απ’το τρομερό της μοίρας βάρος, το ίδιο όπως ένας άντρας νέος έτσι και συ γελάς.
Σαν τον πολεμιστή που μάχη ποτέ δεν έχασε και τί τον περιμένει αγνοεί - έτσι και συ γελάς.
Κομπάζοντας, πως του χεριού του είν’ ο σφυγμός
           και μεσα στα παϊδια του ενός λαού η καρδιά χτυπά.
                                                Γελάς!
Γελάς με γέλιο ορμητικό, γερά στημένο και βουερό, με γέλιο νιότης, γυμνόστηθο,
           ιδρωμένο και περήφανο που είσαι συ ο Χασάπης, ο Εργαλειομάστορας και ο Σιτοκουβαλητής,
           ο Παίχτης των Τραίνων και των Φορτίων του 'Εθνους ο Χειριστής.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Μετάφραση από το Jack Schnedler, Chicago, Compass American Guides, 1993, βασισμένη και στη μετάφραση στο περιοδικό ΔΙΑΛΟΓΟΣ, 1985/Γ', σελ. 31, από όπου είναι και η εργοβιογραφική εισαγωγή.

[GEANDER'S HOME PAGE] |
[ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ] | [ΕΙΔΟΣ ΘΕΜΑΤΩΝ] | [ΕΥΡΕΤΗΡΙΑ] | [ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ]

© Copyright 1999 Ioannis Rentzos All rights reserved.


Geander's pages are hosted by GeoCities Get your own Free Home Page