Στίξτε


ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΑΣΕΠ 1988: ΘΕΜΑΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑΣ

Βουλβούλη Αιμιλία


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η παρακάτω εργασία, περιέχει την ανάλυση των θεμάτων της πρώτης θεματικής ενότητας που δόθηκαν τον Ιούνιο του 1998 στον διαγωνισμό για την κατάρτιση πίνακα διοριστέων εκπαιδευτικών, στον κλάδο των κοινωνιολόγων. Θα ήθελα να σημειωθεί, η προσέγγιση των θεμάτων έγινε με βάση τις ανθρωπολογικές μου γνώσεις, ως φοιτήτριας στο τμήμα Ανθρωπολογίας. Δεν είμαι σίγουρη για το κατά πόσο θα έδινα τις ίδιες απαντήσεις, αν ήμουν κοινωνιολόγος υποψήφια του συγκεκριμένου διαγωνισμού. Πάντως η πλειονότητα των θεμάτων απαντήθηκε με βάση του βιβλίου της Κοινωνιολογίας της Γ΄ Λυκείου.

Τα θέματα που αναλύονται παρακάτω είναι τα εξής:

ΕΡΩΤΗΜΑ 1o:

Η εξέλιξη του θεσμού της οικογένειας, από την βιομηχανική επανάσταση έως σήμερα.

ΕΡΩΤΗΜΑ 2o:

Η ελληνική κοινωνία στον 20ο αιώνα: κυριότερες φάσεις του μετασχηματισμού της.

ΕΡΩΤΗΜΑ 3o:

Αναφέρετε και περιγράψτε συνοπτικά, τεχνικές συλλογής δεδομένων στην κοινωνιολογική έρευνα.

ΕΡΩΤΗΜΑ 4o:

Δύο από τους γνωστότερους ορισμούς της κουλτούρας είναι:

α) «Κουλτούρα είναι το σύνθετο εκείνο σύνολο που περιλαμβάνει τις γνώσεις, τις θρησκευτικές πεποιθήσεις, την τέχνη, την ηθική, το δίκαιο, τα έθιμα και όλες τις ικανότητες και τις συνήθειες που αποκτά ο άνθρωπος ως μέλος της κοινωνίας» E.B. Tylor.

β) «Η κουλτούρα αποτελείται από τα ρητά ή υπονοούμενα πρότυπα συμπεριφοράς που προσλαμβάνονται και μεταδίδονται με σύμβολα και τα οποία συνιστούν ιδιαίτερα επιτεύγματα και τεχνήματα ανθρώπινων ομάδων» Α.Kroeber- C. Kluchohn.

- Σχολιάστε συγκριτικά τους δύο ορισμούς.

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

ΕΡΩΤΗΜΑ 1ο:

Η οικογένεια είναι ένα θέμα που έχει απασχολήσει πολλούς θεωρητικούς, όσον αφορά την προέλευσή και την μορφή της στις διάφορες κοινωνίες και πολιτισμούς αλλά και την μορφή που έχει σήμερα, στις δυτικές, ανεπτυγμένες κοινωνίες, όπως οι κλασσικοί κοινωνιολόγοι ονομάζουν κοινωνίες, όπως αυτές της δυτικής Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής.

Σύμφωνα με τον Μόργκαν ο οποίος θεωρείται ένας από τους πρώτους εξελικτιστές ανθρωπολόγους και ο οποίος καταλήγει σε πολλά ίδια συμπεράσματα με τον Μαρξ και τον Έγκελς, ο θεσμός της οικογένειας όπως τον ξέρουμε σήμερα μορφοποιήθηκε με την εμφάνιση της ατομικής ιδιοκτησίας, η οποία γέννησε την ανάγκη μεταβίβασης της. Έτσι λοιπόν εμφανίζεται η μονογαμία. Πριν απ’ αυτήν υπήρχε το στάδιο της απόλυτης ελευθερογαμίας, στη συνέχεια μία κατάσταση ομαδικών γάμων, μάλιστα αιμομικτικών και έπειτα εμφανίζεται η μονογαμία.

Βέβαια όπως ανέφερα και παραπάνω ο Morgan ήταν εξελικτιστής και αυτό σημαίνει ότι η άποψη του για την οικογένεια ως στοιχείο του πολιτισμού, έχει να κάνει με την αντίληψη ότι η ανθρώπινη κοινωνία περνάει από διάφορα στάδια εξέλιξης και από απλή γίνεται σύνθετη. Αυτό το συμπέρασμα αφορά όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες και όλους τους θεσμούς της κάθε κοινωνίας.

‘Υστερα από την προσέγγιση του Μalinowski για «τους» πολιτισμούς -πλέον- και όχι για «τον» πολιτισμό η κατεύθυνση αυτή έχει σ’ έναν πολύ μεγάλο βαθμό ξεπεραστεί και κάθε θεσμός αναλύεται και μελετάται μέσα στα κοινωνικά πλαίσια στα οποία υπάρχει και λειτουργεί.

Η οικογένεια λοιπόν αποτελεί έναν θεσμό της δυτικής κοινωνίας και όπως όλοι οι θεσμοί μετασχηματίζεται διαχρονικά, καθώς μετασχηματίζεται και η κοινωνία. Έτσι λοιπόν παλιοί πολυλειτουργικοί θεσμοί, γίνονται πιο εξειδικευμένοι, καθώς η κοινωνική οργάνωση απαιτεί ολοένα και μεγαλύτερη εξειδίκευση. Παράλληλα στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης η οποία επιβάλλει αλλαγές, εξαιτίας των αλληλεπιδράσεων, οι θεσμοί όπως η οικογένεια έχει την τάση μίας συνεχούς διαφοροποίησης, που προσλαμβάνει έναν καθολικό και παγκόσμιο χαρακτήρα. Όμως ακόμα σε διαφορετικές κοινωνίες, ο οικογενειακός θεσμός προσλαμβάνει τελείως διαφορετικές σημασίες και επιτελεί τελείως διαφορετικές λειτουργίες.

Η οικογένεια στην δυτική κοινωνία είναι ένας θεσμός καθοριστικός γιατί επενεργεί στα κρίσιμα πρώτα χρόνια της ζωής των ατόμων. Στο πλαίσιο της οικογένειας το άτομο μαθαίνει και συνειδητοποιεί την εξάρτηση του από τους άλλους. Μαθαίνει την γλώσσα και γενικότερα τους πολιτισμικούς κώδικες επικοινωνίας. Επίσης μαθαίνει τις αξίες και τα πρότυπα συμπεριφοράς και συνειδητοποιεί τους κοινωνικούς ρόλους που η κοινωνία του αποδίδει. Μέσα από την οικογένεια το άτομο μαθαίνει να δρα στο γενικότερο πλαίσιο της κοινωνίας στην οποία ζει.

Σε παλιότερες κοινωνίες (17ος-18ος αιώνας, δηλαδή πριν από την εμφάνιση του καπιταλισμού) η οικογένεια επιτελούσε περισσότερες λειτουργίες απ’ ότι στις σύγχρονες και ιδιαίτερα στις βιομηχανικές κοινωνίες. Δηλαδή αποτελούσε τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στα μέλη της και στην ευρύτερη κοινωνία και τους τομείς της. Επίσης στα πλαίσια της, πραγματοποιούνταν διαδικασίες όπως η φροντίδα των ασθενών, η περίθαλψη των ηλικιωμένων. Όλ’ αυτά σε μία οικογένεια στην οποία συνυπήρχαν τουλάχιστον τρεις γενιές οι οποίες αποτελούσαν μαζί μια παραγωγική ενότητα. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ο αριθμός των μελών της ήταν αρκετά μεγαλύτερος από σήμερα, δεδομένου ότι την εποχή για την οποία μιλάμε, οι δείκτες της θνησιμότητας ήταν περισσότερο αυξημένοι απ’ ότι σήμερα.

Η καπιταλιστική διαδικασία και στη συνέχεια η βιομηχανική επανάσταση, επέφερε κάποιες αλλαγές, όπως η απορρόφηση των μελών της οικογένειας σε διαφορετικές παραγωγικές διαδικασίες και ο διαχωρισμός του χώρου εργασίας από τον χώρο του σπιτιού. Κάποιοι μελετητές της οικογένειας υποστηρίζουν ότι ο μετασχηματισμός της οικογένειας ταυτίζεται και με την εμφάνιση των πυρηνικών νοικοκυριών. Άλλοι, όπως ο Giddens, υποστηρίζουν ότι μορφές πυρηνικής οικογένειας υπήρχαν και πριν από την βιομηχανική επανάσταση, μόνο που τότε αποδίδονταν ιδιαίτερη σημασία, στις «ευρύτερες οικογενειακές σχέσεις»[ ].

Πάντως από τον 18ο αιώνα και έπειτα η οικογένεια έγινε περισσότερο κλειστή και να απομακρύνεται από την ευρύτερη κοινωνία συνοδευόμενη από το στοιχείο της προσωπικής επιλογής στο γάμο, τη σύνδεση του με την σεξουαλικότητα και από το συναισθηματικό περιεχόμενο που πήραν οι σχέσεις των γονέων με τα παιδιά τους. Απ’ την άλλη ο διαχωρισμός του εργασιακού και του οικιακού χώρου συνέδεσε τις γυναίκες με το σπίτι και τους άντρες με το έξω αν και μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο, το ποσοστό των γυναικών οι οποίες εργάζονται έξω από το σπίτι τους, αυξήθηκε σημαντικά.

‘Ενα άλλο γεγονός το οποίο συνδέεται με τον μετασχηματισμό της οικογένειας είναι η μείωση των γεννήσεων, η οποία έχει να κάνει με πάρα πολλούς παράγοντες, ένας από τους οποίους είναι η αύξηση του κόστους ανατροφής των παιδιών. Απ’ την άλλη η διάλυση ενός γάμου πριν από την βιομηχανική επανάσταση δεν οφείλονταν σε διαζύγια αλλά σε θανάτους. Τις δύο- τρεις τελευταίες δεκαετίες, αντίθετα, τα ποσοστά των διαζυγίων στις περισσότερες δυτικές χώρες έχουν αυξηθεί αρκετά.

Μία επίσης σύγχρονη τάση όσον αφορά την δομή και τον χαρακτήρα της σύγχρονης οικογένειας είναι ή αύξηση των νοικοκυριών, στο οποίο συζεί ένα ζεύγος ετερόφυλων και τα παιδιά τους, χωρίς να έχουνε παντρευτεί ή και ακόμα η ύπαρξη νοικοκυριών στο οποίο συζούν άτομα του ίδιου φύλου, πράγμα που σε ορισμένες κοινωνίες αναγνωρίζεται και μέσα από τον γαμήλιο θεσμό και επιτρέπεται η υιοθεσία παιδιών. Αυτή η τελευταία διαφοροποίηση[ ] επιτρέπεται και σε άτομα τα οποία δεν είναι παντρεμένα και επίσης δεν συζούν με κάποιον, αλλά ανατρέφουν παιδιά είτε υιοθετημένα είτε όντας ο βιολογικός τους γονέας. Πρόκειται για την περίπτωση των μόνογενεϊκών νοικοκυριών.

Δεν πρέπει κανείς, όταν εξετάζει έναν θεσμό τόσο σύνθετο όσο η οικογένεια να παραμερίζει το ότι οι δυτικές κοινωνίες δεν είναι κοινωνίες ομοιογενείς, πράγμα που τα τελευταία χρόνια φαίνεται ακόμη πιο πολύ. Άρα λοιπόν ένας τέτοιος θεσμός εκτός από πολύμορφος όπως αναφέρω παραπάνω, παρουσιάζει διαφοροποιήσεις, ταξικές, κουλτούρας, νοοτροπίας και ασφαλώς διαφοροποιήσεις οι οποίες έχουν να κάνουν με τα ατομικά βιώματα των ατόμων που σχηματίζουν με τον Α ή Β τρόπο μία οικογένεια.

Τέλος θα ήθελα να προσθέσω ότι απ’ ότι φαίνεται οι αλλαγές που προήλθαν στη δομή και στον χαρακτήρα της οικογενειακής ζωής, ξεκίνησαν από τις ανώτερες κοινωνικές τάξεις και αργότερα πήραν έναν πιο καθολικό και γενικευμένο χαρακτήρα.

ΕΡΩΤΗΜΑ 2o :

Μέχρι την δεκαετία του ’60, η θεωρία των κλασσικών για τις παραδοσιακές και τις σύγχρονες κοινωνίες ή ανεπτυγμένες, όπου υπάρχει βιομηχανία και υπανάπτυκτες όπου δεν υπάρχει, κυριαρχεί. Ωστόσο επειδή κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα, οι αλλαγές στην παγκόσμια σκηνή είναι δραστικές και μεγάλες καθώς επίσης χαρακτηρίζονται και από μία δυναμική ισορροπία, η ταξινόμηση των κοινωνιών δεν θα μπορούσε να στηρίζεται μόνο σ’ αυτό το διπολικό σχήμα. Πλέον έχουμε μπει σε μία φάση η οποία απαιτεί συνολική θεώρηση των πλανητικών πραγμάτων ούτως ώστε να μπορέσει να δημιουργηθεί ταξινομικός κανόνας των διαφόρων κοινωνικών τύπων.

‘Ετσι λοιπόν για να διαγράψει κανείς την πορεία της ελληνικής κοινωνίας κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα, πρέπει όχι μονάχα να κοιτάξει πίσω, αλλά να την εντάξει, μέσα το ευρύτερο πλαίσιο των παγκόσμιων αλλαγών, ξεκινώντας από την δημιουργία του ελληνικού έθνους- κράτος το 1830. Με την δημιουργία λοιπόν του πρώτου ελληνικού εθνικού κράτους, υπάρχει μία προσπάθεια συγκρότησης για την δημιουργία ενός ενιαίου εθνικού χαρακτήρα στηριζόμενου στα δυτικά ευρωπαϊκά πρότυπα που από πολύ εως λίγο ήταν εμπνευσμένα από τις αρχές της γαλλικής επανάστασης.

Μέσα όμως στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος υπήρχαν διαφορετικά πολιτισμικά δεδομένα, διαφορετικές διάλεκτοι, πράγμα που ακόμα ισχύει και γενικότερα διαφορετικές νοοτροπίες. Η επιρροή του οθωμανικού στοιχείου ήταν σαφώς ένας απ’ τους παράγοντες ο οποίος, θεωρείται καθοριστικός για την μετέπειτα μορφή της ελληνικής κοινωνίας, η οποία παρ’ όλο που ακολούθησε το δυτικό πρότυπο, δεν βρίσκεται σε καμία περίπτωση στην ίδια θέση με τις περισσότερες δυτικοευρωπαϊκές χώρες. Η οικονομία της Ελλάδας για παράδειγμα δεν έχει καμία σχέση με αυτή του ευρύτερου ευρωπαϊκού χώρου.

Από τις αρχές του 20ου αιώνα και μέχρι την σημερινή διαμόρφωση του σημερινού ελληνικού κράτους, η Ελλάδα ήταν μία αγροτική χώρα, χωρίς βιομηχανία. Αυτή η κατάσταση οδήγησε πολλούς Έλληνες να μεταναστεύσουν σε χώρες της δυτικής Ευρώπης και της Αμερικής καθώς επίσης και στην Αυστραλία προκειμένου να βρουν δουλειά. Μέχρι αυτή την εποχή, δεχόμενοι την άποψη του Hobsbawm ότι οι λαϊκές μάζες είναι οι τελευταίες που επηρεάζονται από την έννοια της εθνικής συνείδησης, η Ελλάδα δημιουργούσε τον δικό της εθνικό χαρακτήρα και την δική της εθνική συνείδηση.

Η διαδικασία αυτή πραγματοποιήθηκε μέσα στην ατμόσφαιρα του 1ου και 2ου παγκοσμίου πολέμου καθώς επίσης και στην ατμόσφαιρα των εμφυλίων πολέμων και δύο αυταρχικών καθεστώτων μέχρι το 1974, οπότε και η Ελλάδα απέκτησε τη σημερινή μορφή πολιτεύματος και κρατικής διοίκησης. Με την είσοδο της Ελλάδας στην ομάδα των χωρών οι οποίες ανήκουνε στην λεγόμενη «Ευρωπαϊκή Ένωση», η ελληνική πορεία οδηγείται με βάση το στόχο της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης, γεγονός που έχει επηρεάσει όχι μόνο την οικονομική αλλά και την πολιτισμική ζωή της χώρας. Η επιρροή αυτή βέβαια δεν οφείλεται μόνο στην ανοιχτή επικοινωνία με την δυτική Ευρώπη αλλά και με τις τεχνολογικές εξελίξεις του αιώνα μας, οι οποίες καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό, τις διαπλανητικές σχέσεις.

Αυτό πάντως που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι ο ελλαδικός χώρος δεν θεωρείται ούτε δυτικός, ούτε παραδοσιακός αλλά θεωρείται ένας χώρος, μέσα στον οποίο συνυπάρχουν στοιχεία δυτικά και παραδοσιακά ταυτόχρονα. Αυτό είναι ένα γεγονός που προσδίδει στην ελληνική κοινωνία μία ιδιαιτερότητα.

ΕΡΩΤΗΜΑ 3o :

Η προσέγγιση των αντικειμένων της κοινωνιολογίας, εξαρτάται από τον ή τους επιστήμονες οι οποίοι ασχολούνται με το συγκεκριμένο ζήτημα. Αυτό αφορά καθαρά το γεγονός της μεθόδου που ακολουθείται. Ωστόσο η συλλογή των στοιχείων τα οποία θα αποτελέσουνε αντικείμενο της έρευνα βασίζεται σ’ ένα συγκεκριμένο κορμό τεχνικών, οι οποίες είναι κοινές για όλους του κοινωνιολόγος, ανεξάρτητα από την θεώρηση τους για την κοινωνία και τον ρόλο της επιστήμης μέσα σ’ αύτη.

Εδώ τίθεται ένα θέμα που έχει απασχολήσει και απασχολεί του κοινωνικούς ερευνητές και αυτό έχει να κάνει με την πολυσημία των όρων που χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν αυτές τις τεχνικές συλλογής των στοιχείων. Το πρόβλημα που υπάρχει όσον αφορά αυτό το θέμα είναι το κατά πόσο ένας τρόπος έρευνας μπορεί να θεωρηθεί ταυτόχρονα μέθοδος και τεχνική. Παρακάτω θα αναφερθώ στις κυριότερες μορφές συλλογής των στοιχείων μίας έρευνας έτσι όπως αυτά αναφέρονται στο βιβλίο της Κοινωνιολογίας της Γ΄ λυκείου, κάνοντας μία σύμβαση. Ανεξάρτητα με τον παραπάνω προβληματισμό, θα θεωρήσω όλους τους τρόπους συλλογής στοιχείων , τεχνικές-με την κοινωνιολογική έννοια της λέξεως- και δεν θα εξετάσω το ενδεχόμενο αναγωγής αυτών των τρόπων σε μεθόδους, χωρίς όμως ν’ αποκλείω το γεγονός.

Μία πρώτη τεχνική συλλογής στοιχείων είναι η παρατήρηση του οριζόμενου αντικειμένου. Όταν μιλάμε για παρατήρηση εννοούμε την παρακολούθηση μίας μικρής κοινωνίας ή ομάδας ατόμων όσον αφορά τις ενέργειες, τις λειτουργίες τους, τους ρόλους τους οποίους τους έχουν αποδοθεί και γενικότερα μία ολιστική παρατήρηση της κοινωνίας ή της ομάδας που μελετάει κανείς. Αν μάλιστα ο ερευνητής συμμετέχει στις καθημερινές και μη, δραστηριότητες των ατόμων της ομάδας, τότε μιλάμε για μία ιδιαίτερη μορφή παρατήρησης, την λεγόμενη «συμμετοχική παρατήρηση», θεμελιωτής της οποίας ήταν ο Πολωνός ανθρωπολόγος Bronislaw Malinowski. O ίδιος υπήρξε θεμελιωτής μιας μεθόδου κοινωνιολογικής ανάλυσης των δεδομένων, του λεγόμενου λειτουργισμού, η οποία όμως πηγάζει, σύμφωνα με αυτόν, από την ίδια την μορφή της έρευνας και της παρατήρησης.

Υπάρχουνε διάφορες μορφές παρατήρησης οι οποίες ως στόχο έχουν την εξασφάλιση της αντικειμενικότητας της έρευνας και αυτό που προκύπτει απ’ όλες τις προσπάθειες είναι ότι ο εκάστοτε μελετητής για να εξασφαλίσει μία αντικειμενικότητα και μία πιστή περιγραφή της πραγματικότητας στο έργο του, χρειάζεται να διατηρήσει μία απόσταση ώστε να μην επηρεάζεται από συναισθηματικές ή άλλες πιθανές επιρροές. Επίσης η ακριβής οριοθέτηση του παρατηρούμενου αντικειμένου πολλές φορές βοηθάει σε μία αναλυτική και ακριβή περιγραφή. Τέλος παρατήρηση με μία ευρεία έννοια μπορεί να θεωρηθεί και η συλλογή μίας σχετικής με το αντικείμενο μελέτης βιβλιογραφίας.

Μία δεύτερη τεχνική συλλογής στοιχείων είναι το λεγόμενο πείραμα. Πρόκειται για μία τεχνική η οποία δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί για μία αυστηρή εφαρμογή της μεθόδου του ερευνητή, γιατί χρειάζεται η δημιουργία από μέρους του πλασματικών συνθηκών, έτσι ώστε τα άτομα τα οποία μελετά να μην έχουν γνώση του τι πραγματικά συμβαίνει κατά την διάρκεια του πειράματος και επηρεαστούν απ’ αυτό. Απ’ την άλλη, το πείραμα μπορεί να εφαρμοστεί με την εισαγωγή ενός νέου στοιχείου στη ζωή των ατόμων που μελετούνται και με την καταγραφή των αποτελεσμάτων αυτής της εισαγωγής.

Η κοινωνιομετρία είναι ένας άλλος τρόπος εντοπισμού κοινωνικών παραμέτρων. Θεμελιωτής της υπήρξε ο Τ.Λ. Μορένο. Σύμφωνα με αυτή καταγράφονται, χαρακτηρίζονται και μετριούνται οι σχέσεις μεταξύ των μελών μίας κοινωνικής ομάδας καθώς και η συχνότητα με την οποία αυτές εμφανίζονται. [ ] Η μέτρηση αυτή ακολουθείται από μία κατάταξη των ατόμων σύμφωνα με την σημασία που αποδίδεται στους ρόλους τους οποίους κατέχουν και στις σχέσεις που συνάπτουν. Απ’ αυτήν την κατηγοριοποίηση καταλήγει στην στο να θέσει κάποια άτομα σε κεντρικές θέσεις βάσει των οποίων μελετά τις σχέσεις που δημιουργούνται και τις περιγράφει στο κοινωνιόγραμμα.

Βασικά η κοινωνιομετρία καταγράφει και αναλύει τις σχέσεις των ατόμων, καθώς και τις αλληλεπιδράσεις που ασκεί ο ένας άνθρωπος στον άλλον ή αλλιώς μελετάει τα δίκτυα των κοινωνικών σχέσεων.

Μία άλλη τεχνική συλλογής στοιχείων είναι η δειγματοληπτική έρευνα η οποία είναι μία από τις πιο συνηθισμένες τεχνικές της κοινωνιολογικής έρευνας. Χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις που η έρευνα αφορά έναν μεγάλο αριθμό ατόμων. Μέριμνα των ερευνητών που χρησιμοποιούν το συγκεκριμένο τρόπο, είναι η προσπάθεια λήψης αντιπροσωπευτικού δείγματος από τον συνολικό πληθυσμό. Βασικό για αυτό είναι η συγκέντρωση ατόμων, που έχουν χαρακτηριστικά γνωρίσματα του πληθυσμού που αντιπροσωπεύουν.

Στη δειγματοληπτική έρευνα υπάρχουν ερωτηματολόγια τα οποία μπορεί να αποτελούνται από ερωτήσεις κλειστές τύπου ναι ή όχι ή ερωτήσεις κλειστές προκατασκευασμένων απαντήσεων. Επίσης υπάρχουν ερωτήσεις ανοιχτές στις οποίες ο ερωτώμενος μπορεί να απαντήσει ότι θέλει. Πάντως σε όλες τις δειγματοληπτικές έρευνες ορίζονται κάποιες ανεξάρτητες μεταβλητές οι οποίες καθορίζουν περισσότερους από έναν παράγοντες που επενεργούν στο δείγμα. Αντίθετα οι εξαρτημένες μεταβλητές είναι εκείνες οι οποίες επηρεάζονται οι ίδιες από την αλλαγή κάποιων παραγόντων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα δειγματοληπτικής έρευνας είναι η δημοσκόπηση, η οποία εφαρμόζεται σε ολόκληρους πληθυσμούς. Από την δημοσκόπηση εξάγεται η κυρίαρχη άποψη για συγκεκριμένα θέματα, η λεγόμενη κοινή γνώμη. Τα είδη της δειγματοληπτικής έρευνας αφορούν προσωπικές ή τηλεφωνικές συνεντεύξεις, αποστολή ερωτηματολογίων και η καταγραφή των αποτελεσμάτων πραγματοποιείται είτε με ραβδόγραμμα είτε με κυκλικό διάγραμμα.

Η απογραφική έρευνα αποτελεί και αυτή μία μορφή συλλογής στοιχείων η οποία αφορά την συγκέντρωση και την ανάλυση στοιχείων μικρών ή μεγάλων πληθυσμών. Τέτοια έρευνα αποτελεί η γενική απογραφή πληθυσμού.

Τέλος υπάρχει και η έρευνα τεκμηρίων η οποία δεν βασίζεται σε στοιχεία που συνέλεξε ο ερευνητής που την διεξάγει αλλά σε ήδη υπάρχοντα στοιχεία από προηγούμενες έρευνες. Τέτοια είναι τα αρχεία, ντοκουμέντα, φωτογραφικό υλικό καθώς επίσης και μνημείων, εργαλείων κ.τ.λ.

Οι έρευνες γενικότερα συνδυάζουν τόσο ποιοτικά όσο και ποσοτικά στοιχεία. Πάντως κάθε μορφή έρευνας είναι χρήσιμη για την μελέτη της κοινωνικής πραγματικότητας εφόσον η ίδια είναι τόσο πολύπλοκη και πολυποίκιλη.

ΕΡΩΤΗΜΑ 4o :

Οι δύο αυτοί ορισμοί για τον πολιτισμό έχουν δοθεί από θεωρητικούς οι οποίοι ήταν γνωστοί για την θεώρηση που είχαν για την κοινωνία αλλά και για τον τρόπο τον οποίο προσέγγιζαν τα κοινωνικά φαινόμενα και γενικότερα την κοινωνική πραγματικότητα. Πρόκειται για θεωρητικούς που προέρχονται από διαφορετικές όπως θα λέγαμε σχολές προσέγγισης και ανάλυσης της κοινωνίας. Συνεπώς αν θέλει κανείς να συγκρίνει τους δύο αυτούς ορισμούς του πολιτισμού θα πρέπει πρώτα να τους εντάξει στο πλαίσιό τους, δηλαδή στην γενικότερη αντίληψη της κοινωνίας από την οποία προέρχονται.

‘Ετσι λοιπόν όσον αφορά τον θεωρητικό που υπογράφει τον πρώτο κατά σειρά ορισμό της κουλτούρας, τον E.B. Tylor[ ], θα πρέπει να αναφερθεί ότι ανήκει στους λεγόμενους εξελικτιστές οι οποίοι ενδιαφέρονται για την εξέλιξη του πολιτισμού ο οποίος, κατά την άποψή τους πάντα, ακολουθεί μία μονογραμμική εξέλιξη και αρχίζοντας από κάποιο στάδιο εξελίσσεται έτσι ώστε φτάνει σ’ ένα σημείο ίδιο για όλες τις κοινωνίες. Ο ίδιος ο Tylor έκανε λόγο για ένα κοινό στοιχείο που υπάρχει στους ανθρώπους που ονομάζει ενότητα ψυχής και αυτό οδηγεί στην υλική πρόοδο όλων των κοινωνιών κάτω από παρόμοιες συνθήκες και με παρόμοια αποτελέσματα. Ο ορισμός που έδωσε λοιπόν για τον πολιτισμό πρέπει να ειδωθεί στα πλαίσια αυτής της γενικότερης θεώρησης του για τις ανθρώπινες κοινωνίες.

Από την άλλη οι άλλοι δύο ανθρωπολόγοι ανήκουν στην λεγόμενη διαδοσιακή σχολή η οποία κάνει λόγο για πολιτισμούς κι όχι πολιτισμό. Οι θεωρητικοί της διαδοσιακής κατεύθυνσης δεν δέχονται την θεωρία της μονογένεσης του πολιτισμού αλλά προτείνουν την θεωρία της πολυγένεσης. Γι’ αυτούς ο πολιτισμός συχνά είναι δανεισμένος. Δημιουργείται από έναν λαό και με κάποιο τρόπο διαδίδεται στους άλλους. Γι’ αυτό γειτονικοί λαοί διαθέτουν κοινά πολιτισμικά στοιχεία.

‘Ενα άλλο στοιχείο για το οποίο θεωρώ ότι πρέπει να γίνει λόγος είναι το ότι ο Kroeber[ ] συγκεκριμένα υπήρξε μαθητής του F. Boas ο οποίος θεωρείται πατέρας της αμερικάνικης σχολής της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και ο οποίος είναι ο πρώτος που εισήγαγε στις κοινωνικές επιστήμες τον όρο της πολιτισμικής σχετικότητας (cultural relativity). Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη δεν μπορεί κανείς να χρησιμοποιεί a priori κριτήρια για την εκτίμηση ενός πολιτισμού αλλά αντίθετα κάθε κοινωνία πρέπει να κρίνεται με βάση τα δικά της κριτήρια, αναγνωρίζοντας έτσι την ύπαρξη διαφορετικών πολιτισμών.

‘Υστερα από τα παραπάνω νομίζω ότι είναι σαφέστερη η διαφοροποίηση αυτών των δύο ορισμών. Ο μεν πρώτος μιλάει για πολιτισμό στον ενικό αριθμό και θεωρεί στοιχεία που τον συνθέτουν όλες τις ανθρώπινες συνήθειες και ικανότητες δεδομένου, όπως αναφέρω παραπάνω αυτής της ενότητας ψυχής που χαρακτηρίζει το ανθρώπινο είδος. Συνεπώς οτιδήποτε σχετίζεται με τον άνθρωπο έχει να κάνει με ένα ενιαίο πολιτισμικό σύστημα που εξελίσσεται ως προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση χρησιμοποιώντας ή καλύτερα πατώντας επάνω σε στοιχεία του παρελθόντος που συνιστούν την παράδοση (τέχνη, ηθική, πεποιθήσεις κ.τ.λ.) της κοινωνίας. Αυτό γίνεται περισσότερο κατανοητό αν έχει κανείς υπ’ όψιν του την θεωρία του Tylor για τα κοινωνικά επιβιώματα (survivals). Πρόκειται για πολιτισμικά στοιχεία που έχουν χάσει την πρωταρχική τους λειτουργία και παίζουν πλέον δευτερεύοντες ρόλους. Ωστόσο αποτελούν ενδείξεις μιας προγενέστερης εποχής. Οι τότε πρωτόγονοι αποτελούσαν γι’ αυτόν ζωντανά απολιθώματα αυτής της εποχής.

Απ’ την άλλη ο δεύτερος ορισμός αναφέρει τον όρο ιδιαίτερα επιτεύγματα, γεγονός που υπογραμμίζει την πεποίθηση για την ύπαρξη παράλληλων πολιτισμών αλλά επίσης διαφαίνεται ένας διαχωρισμός των ανθρώπινων συνηθειών, μιας και δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα στις συμβολικές αναπαραστάσεις κάθε κοινωνίας. Αυτό είναι το δεύτερο στοιχείο που τον διαφοροποιεί από τον πρώτο ορισμό και μπορεί να γίνει κατανοητό, αν γνωρίζει κανείς την θεωρία του Kroeber για υλιστικό και το πνευματικό επίπεδο του πολτισμού. Το τελευταίο είναι αυτό που διαφοροποιεί τον έναν πολιτισμό από τον άλλον.

Συνοψίζοντας λοιπόν θα μπορούσαμε να πούμε ότι η διαφορά των δύο ορισμών έγκειται στο ότι ο μεν πρώτος αντιλαμβάνεται τον πολιτισμό ως ένα ενιαίο όλο, ενώ ο δεύτερος [ ] διαχωρίζει διάφορα πολιτισμικά επίπεδα και δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα σε ορισμένα απ’ αυτά, αφού σύμφωνα με την διαδοσιακή κατεύθυνση οι βιοποριστικές συνήθειες των ατόμων, καθορίζονται κατά ένα μεγάλο βαθμό από φυσικό περιβάλλον στο οποίο ζουν. [ ]

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[Για λόγους τεχνικούς δεν περιλαμβάνονται οι σημειώσεις]

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

[HOME PAGE] | [ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ] | [ΕΙΔΟΣ ΘΕΜΑΤΩΝ] | [ΕΥΡΕΤΗΡΙΑ] | [ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ]


This page hosted by GeoCities Get your own Free Home Page